τριτεγγυηθείτε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]τριτεγγυηθείτε
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι
- θα τριτεγγυηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τριτεγγυώμαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τριτεγγυώμαι