τριχοτιλλομανία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τριχοτιλλομανία
γενική τριχοτιλλομανίας
αιτιατική τριχοτιλλομανία
κλητική τριχοτιλλομανία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τριχοτιλλομανία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική trichotillomanie (1885) < αρχαία ελληνική θρίξ (μεσαιωνικά ελληνικά τρίχα) + τίλλω + -μανία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τριχοτιλλομανία θηλυκό

  1. (ψυχολογία) διαταραχή κατά την οποία εκδηλώνεται καταναγκασμός σχετικός με την απόσπαση των τριχών από διάφορα μέρη του σώματος, ιδίως των μαλλιών της κεφαλής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]