Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρομάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρομάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρομάζω < ελληνιστική κοινή τρομάσσω με βάση το συνοπτικό θέμα τρομαξ-, όπως o αόριστος ετρόμαξα κατά το σχήμα τινάσσω τινάζω-τίναξα [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾoˈma.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρομάζω

τρομάζω, αόρ.: τρόμαξα, μτχ.π.π.: τρομαγμένος (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (αμετάβατο) καταλαμβάνομαι από τρόμο, φοβάμαι
    παράδειγμα  Τρομάζω, όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να συμβεί κάτι κακό
      Τρομάζω λίγο στη σκέψη τι διαδρομή μπορεί να έκανε ο Νίκος για να καταφέρει να βγει απ' το Αγρίνιο και να μπορέσει να φτάσει στην Αθήνα για την υπόθεση του Γιώργου. Θα ήταν σαν να παίρνει εξοδόχαρτο από στρατόπεδο. Όχι από στρατιωτική μονάδα αλλά από στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο οποίο τα παραπήγματα των τροφίμων είναι τα ίδια τους τα σπίτια, τα κρεβάτια τους. (Ηλίας Μαγκλίνης, Είμαι όσα έχω ξεχάσει. Μια αληθινή ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. (μεταβατικό) προκαλώ τρόμο σε κάποιον, φοβίζω
    παράδειγμα  Με τρόμαξε η συμπεριφορά σου!
     δείτε και τη λέξη τρομοκρατώ
  3. (+ να) δυσκολεύομαι, κάνω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι
    παράδειγμα  Τρόμαξε να τα καταφέρει.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

για τη σημασία του τρόμου

μερική συνωνυμία:

περιφραστικά

για τη σημασία δυσκολεύομαι

 και δείτε τη λέξη δυσκολεύω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη τρόμος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. s.v. τρόμος - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα