Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρομάξετε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τρομάξετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομάζω
  2. θα τρομάξετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρομάζω