τρομερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τρομερός η τρομερή το τρομερό
      γενική του τρομερού της τρομερής του τρομερού
    αιτιατική τον τρομερό την τρομερή το τρομερό
     κλητική τρομερέ τρομερή τρομερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τρομεροί οι τρομερές τα τρομερά
      γενική των τρομερών των τρομερών των τρομερών
    αιτιατική τους τρομερούς τις τρομερές τα τρομερά
     κλητική τρομεροί τρομερές τρομερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρομερός < αρχαία ελληνική τρομερός "φοβισμένος, τρέμοντας από φόβο" < αρχαία ελληνική τρέμω

Επίθετο[επεξεργασία]

τρομερός, -ή, -ό

  1. που προκαλεί τρόμο, φοβερός, απαίσιος
  2. πολύ ισχυρός, με μεγάλες ικανότητες, καταπληκτικός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]