Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρομοκρατήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τρομοκρατήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρομοκρατώ
  3. θα τρομοκρατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρομοκρατώ