τροπισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τροπισμός οι τροπισμοί
      γενική του τροπισμού των τροπισμών
    αιτιατική τον τροπισμό τους τροπισμούς
     κλητική τροπισμέ τροπισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροπισμός < τροπή + -ισμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τροπισμός αρσενικό

  1. (βιολογία): φαινόμενο που παρουσιάζουν τα φυτά, ή επιμέρους όργανά τους, καθώς προσανατολίζονται κάμπτοντας, θετικά ή αρνητικά, όταν επιδρούν πάνω σ' αυτά εξωτερικά ερεθίσματα κατεύθυνσης
  2. (βιολογία): η προτίμηση των παθογόνων μικροοργανισμών προς συγκεκριμένα κύτταρα
    ο κορονοϊός εμφανίζει τροπισμό προς τα πνευμονικά κύτταρα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]