τροτσκιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τροτσκιστής τροτσκιστές
γενική τροτσκιστή τροτσκιστών
αιτιατική τροτσκιστή τροτσκιστές
κλητική τροτσκιστή τροτσκιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροτσκιστής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τροτσκιστής αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]