Μετάβαση στο περιεχόμενο

τροφιμογενής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τροφιμογενής η τροφιμογενής το τροφιμογενές
      γενική του τροφιμογενούς* της τροφιμογενούς του τροφιμογενούς
    αιτιατική τον τροφιμογενή την τροφιμογενή το τροφιμογενές
     κλητική τροφιμογενή(ς) τροφιμογενής τροφιμογενές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τροφιμογενείς οι τροφιμογενείς τα τροφιμογενή
      γενική των τροφιμογενών των τροφιμογενών των τροφιμογενών
    αιτιατική τους τροφιμογενείς τις τροφιμογενείς τα τροφιμογενή
     κλητική τροφιμογενείς τροφιμογενείς τροφιμογενή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τροφιμογενής < τρόφιμο + -ο- + -γενής (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική foodborne)

Επίθετο

[επεξεργασία]

τροφιμογενής, -ής, -ές

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • τροφιμογενής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)