τροφιμογενής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | τροφιμογενής | η | τροφιμογενής | το | τροφιμογενές |
| γενική | του | τροφιμογενούς* | της | τροφιμογενούς | του | τροφιμογενούς |
| αιτιατική | τον | τροφιμογενή | την | τροφιμογενή | το | τροφιμογενές |
| κλητική | τροφιμογενή(ς) | τροφιμογενής | τροφιμογενές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | τροφιμογενείς | οι | τροφιμογενείς | τα | τροφιμογενή |
| γενική | των | τροφιμογενών | των | τροφιμογενών | των | τροφιμογενών |
| αιτιατική | τους | τροφιμογενείς | τις | τροφιμογενείς | τα | τροφιμογενή |
| κλητική | τροφιμογενείς | τροφιμογενείς | τροφιμογενή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τροφιμογενής < τρόφιμο + -ο- + -γενής (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική foodborne)
Επίθετο
[επεξεργασία]τροφιμογενής, -ής, -ές
- (ιατρική) που είναι αποτέλεσμα της κατανάλωσης συγκεκριμένων (μολυσμένων) τροφίμων
- ※ Σύμφωνα με έναν βραχύ ορισμό, τροφιμογενές νόσημα είναι κάθε νόσημα που προκαλείται από την κατανάλωση τροφίμου ή νερού. Έχουν περιγραφεί περισσότερα από 250 διαφορετικά τροφιμογενή νοσήματα. Τα συχνότερα αναγνωριζόμενα είναι αυτά που προκαλούνται από τα βακτήρια Campylobacter spp., Salmonella spp., Shigella spp. και εντεροαιμορραγικό κολοβακτηρίδιο (EHEC), καθώς και από μια ομάδα ιών που είναι γνωστοί με την ονομασία Noroviruses. (https://eody.gov.gr)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- τροφιμογενής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γενής (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)