τροφοδοτικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τροφοδοτικό τροφοδοτικά
γενική τροφοδοτικού τροφοδοτικών
αιτιατική τροφοδοτικό τροφοδοτικά
κλητική τροφοδοτικό τροφοδοτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροφοδοτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: τροφοδοτικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τροφοδοτικό ουδέτερο

  1. (γενικότερα) κάθε εξάρτημα συσκευής (ή μεμονωμένη συσκευή) που παρέχει ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία της
  2. (ειδικότερα) το βασικό εξάρτημα προσωπικού υπολογιστή που του παρέχει ηλεκτρική ενέργεια και ονομάζεται και κεντρικό τροφοδοτικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

τροφοδοτικό