τροχίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροχίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τροχίζω

  1. (παρωχημένο) ακονίζω σε τροχό
  2. (κατ’ επέκταση) ακονίζω (κυριολεκτικά και μεταφορικά)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροχίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τροχίζω

  1. δένω σε ειδικό τροχό που χρησιμοποιείται για βασανισμό
  2. (συνεκδοχικά) ταλαιπωρώ σε μεγάλο βαθμό