Μετάβαση στο περιεχόμενο

τροχίσουμε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τροχίσουμε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τροχίζω
  2. θα τροχίσουμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τροχίζω