τροχαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Τροχαία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τροχαίος η τροχαία το τροχαίο
      γενική του τροχαίου της τροχαίας του τροχαίου
    αιτιατική τον τροχαίο την τροχαία το τροχαίο
     κλητική τροχαίε τροχαία τροχαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τροχαίοι οι τροχαίες τα τροχαία
      γενική των τροχαίων των τροχαίων των τροχαίων
    αιτιατική τους τροχαίους τις τροχαίες τα τροχαία
     κλητική τροχαίοι τροχαίες τροχαία
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροχαίος < ελληνιστική κοινή τροχαῖος (που τρέχει) < τρόχος < τρέχω

Επίθετο[επεξεργασία]

τροχαίος, -α, -ο

  1. που αναφέρεται, αφορά ή είναι σχετικός με την κίνηση των τροχοφόρων στους δημόσιους χώρους
    το αρσενικό ως ουσιατικό: ο τροχαίος
    το θηλυκό ως κύριο όνομα: η Τροχαία
  2. (μετρική) μετρικός πόδας με δύο συλλαβές: τονισμένη - άτονη (—‿)
    Σε γνω | ρί-ζω‿α | πό την | κό-ψη (τροχαϊκό μέτρο στον Εθνικό Ύμνο του Σολωμού)
  3. (αρχαία ελληνική μετρική) εναλλαγή μακρόχρονης- βραχύχρονης συλλαβής (—‿)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τροχαίος αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]