τροχαίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική τροχαίος τροχαία τροχαίο
γενική τροχαίου τροχαίας τροχαίου
αιτιατική τροχαίο τροχαία τροχαίο
κλητική τροχαίε τροχαία τροχαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τροχαίοι τροχαίες τροχαία
γενική τροχαίων τροχαίων τροχαίων
αιτιατική τροχαίους τροχαίες τροχαία
κλητική τροχαίοι τροχαίες τροχαία


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροχαίος < αρχαία ελληνική τροχαῖος < τρόχος < τρέχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τροχαίος, -α, -ο

  1. που αναφέρεται, αφορά ή είναι σχετικός με την κίνηση των τροχοφόρων στους δημόσιους χώρους.
  2. το αρσενικό ως ουσ: Ο τροχαίοςδείτε τη λέξη: .
  3. το θηλυκό ως κυρ. όν: Η Τροχαίαδείτε τη λέξη: .

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τροχαίος αρσενικό

  1. ο αστυνομικός που υπηρετεί στην Τροχαία