τρυγών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τρυγών τρυγόνε τρυγόνες
Γενική τρυγόνος τρυγόνοιν τρυγόνων
Δοτική τρυγόνι τρυγόνοιν τρυγόσι(ν)
Αιτιατική τρυγόνα τρυγόνε τρυγόνας
Κλητική τρυγών τρυγόνε τρυγόνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρυγών < τρύζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρυγών θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) τρυγόνι
  2. (ιχθυολογία) σαλάχι