τρυπαλάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρυπαλάκι τρυπαλάκια
γενική τρυπαλακιού τρυπαλακιών
αιτιατική τρυπαλάκι τρυπαλάκια
κλητική τρυπαλάκι τρυπαλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρυπαλάκι < τρύπα + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρυπαλάκι ουδέτερο

  • (ιδιωματικό): μικρή τρύπα, ιδίως στο έδαφος που δημιουργούν διάφορα μικρόσωμα ζώα του δάσους, π.χ. τα μιαρά (στη κρητική διάλεκτο)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]