τρυπημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τρυπημένος τρυπημένη τρυπημένο
γενική τρυπημένου τρυπημένης τρυπημένου
αιτιατική τρυπημένο τρυπημένη τρυπημένο
κλητική τρυπημένε τρυπημένη τρυπημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τρυπημένοι τρυπημένες τρυπημένα
γενική τρυπημένων τρυπημένων τρυπημένων
αιτιατική τρυπημένους τρυπημένες τρυπημένα
κλητική τρυπημένοι τρυπημένες τρυπημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρυπημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τρυπώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τρυπημένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: τρυπώ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]