τρυχόω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρυχόω < τρύχος (κουρέλι) + ρηματική κατάληξη jω

Ρήμα[επεξεργασία]

τρυχόω

  1. κάνω κάποιον ράκος, τον κουρελιάζω, τον ενοχλώ, τον εξαντλώ, τον καταπονώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]