τρυχόω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τρυχόω < τρύχος (κουρέλι) + ρηματική κατάληξη jω
Ρήμα
[επεξεργασία]τρυχόω
- κάνω κάποιον ράκος, τον κουρελιάζω, τον ενοχλώ, τον εξαντλώ, τον καταπονώ