τρωγλοδύτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρωγλοδύτης τρωγλοδύτες
γενική τρωγλοδύτη τρωγλοδυτών
αιτιατική τρωγλοδύτη τρωγλοδύτες
κλητική τρωγλοδύτη τρωγλοδύτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρωγλοδύτης < αρχαία ελληνική τρωγλοδύτης < τρώγλη + δύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρωγλοδύτης αρσενικό (θηλυκό: τρωγλοδύτισσα)

  1. άνθρωπος που κατοικεί μέσα σε τρώγλες
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που ζει μέσα σε τρύπες, σπηλιές, ή πρόχειρα καταλύματα
  3. το πουλί τρυποκάρυδο ή τρυποφράχτης

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ο χαρακτηρισμός αποδίδονταν αρχικά από τους αρχαίους Έλληνες σε ορισμένους κατοίκους της Αφρικής που ζούσαν σε σπηλιές.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]