τρωκτικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρωκτικό τρωκτικά
γενική τρωκτικού τρωκτικών
αιτιατική τρωκτικό τρωκτικά
κλητική τρωκτικό τρωκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρωκτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του ελληνιστικού επιθέτου τρωκτικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρωκτικό ουδέτερο

  • είδος θηλαστικού μικρόσωμου ζώου, που χαρακτηρίζεται από πολύ δυνατούς κοπτήρες που του χρησιμεύουν στο ροκάνισμα της τροφής
  • (μεταφορικά) άνθρωπος που ροκανίζει τον ξένο πλούτο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

τρωκτικό