τρωκτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρωκτός < τρώγω

Επίθετο[επεξεργασία]

τρωκτός

  1. (για καρπούς) που τρώγεται ωμός
  2. (για δέντρα) καρποφόρος