Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρόπις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Τρόπις

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρόπις < πρωτοελληνική *trópis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *trep-. Συγγενές του τρέπω.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τρόπις, -ιος/εως/ιδος θηλυκό

  1. (ναυπηγικός όρος) η τρόπιδα, ή καρένα πλοίου ή σκάφους
  2. (μεταφορικά) βάση, αρχή

Συγγενικά

[επεξεργασία]