τρόπις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τρόπις < πρωτοελληνική *trópis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *trep-. Συγγενές του τρέπω.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τρόπις, -ιος/εως/ιδος θηλυκό
- (ναυπηγικός όρος) η τρόπιδα, ή καρένα πλοίου ή σκάφους
- (μεταφορικά) βάση, αρχή
Συγγενικά
[επεξεργασία]- τροπιδεῖον
- → δείτε τη λέξη τρέπω
Πηγές
[επεξεργασία]- τρόπις - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τρόπις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.