Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρόπος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τροπός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρόπος οι τρόποι
      γενική του τρόπου των τρόπων
    αιτιατική τον τρόπο τους τρόπους
     κλητική τρόπε τρόποι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρόπος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική τρόπος. Δείτε και τρέπω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾo.pos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρόπος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τρόπος αρσενικό

  1. το σύστημα, η μέθοδος, το πώς γίνεται κάτι
  2. (μεταφορικά) φέρσιμο, διαγωγή (συνήθως στον πληθυντικό)  δείτε τη λέξη τρόποι
    παράδειγμα  Μα τι τρόπος είναι αυτός! να φέρεσαι πιο ευγενικά!
      Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  3. (μουσική) οι επιλεγμένοι φθόγγοι (συνήθως επτά) μέσα στο διάστημα μιας οκτάβας[1], με προκαθορισμένη απόσταση διαστημάτων μεταξύ τους, στους οποίους κινείται μία μελωδία
    1. (αρχαία ελληνική μουσική)  δείτε τους συνώνυμους όρους τρόπος, τόνος και ἁρμονία
    2. (δυτική εκκλησιαστική μουσική)  δείτε τις λέξεις modus, tropus και tonus (λατινικά)
    3. (βυζαντινή μουσική)  συνώνυμα: ἦχος
    4. (δυτική μουσική)  δείτε τη λέξη κλίμακα για τη διαδοχική διάταξη των φθόγγων

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

τροπ-

τροπο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα τροπο- στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά

-τροπος Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -τροπος στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά

τρεπ-

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Mode (music) στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια Οι τρόποι, διαχρονικά στη μουσική.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Σημείωση του επιμελητή: Ο όρος και ο ορισμός αφορούν κυρίως τη δυτική μουσική.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τρόπος οἱ τρόποι
      γενική τοῦ τρόπου τῶν τρόπων
      δοτική τῷ τρόπ τοῖς τρόποις
    αιτιατική τὸν τρόπον τοὺς τρόπους
     κλητική ! τρόπε τρόποι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τρόπω
γεν-δοτ τοῖν  τρόποιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρόπος < από την ετεροιωμένη βαθμίδα τροπ- της ρίζας τρεπ- του τρέπω + -ος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾó.pos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρόπος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τρόπος, -ου αρσενικό

  1. διεύθυνση, τρόπος
  2. τρόπος, συμπεριφορά, μέθοδος
    1. με δοτική
      1. «τρόπῳ τοιῷδε» κατά τέτοιο τρόπο
      2. «τίνι τρόπῳ;», «ποίῳ τρόπῳ;» με ποιό τρόπο;
        λατινική: quomodo
      3. «ἑνί γε τῷ τρόπῳ» με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, κατά κάποιο τρόπο
      4. «παντὶ τρόπῳ» με κάθε τρόπο, παντοιοτρόπως
      5. «οὐδενὶ τρόπῳ», «μηδενὶ τρόπῳ» με κανέναν τρόπο, καθόλου
      6. «τρόποισι ποίοις;» με ποιούς τρόπους;
      7. «[λέξη στην γενική] τρόποις» με τους τρόπους ενός …
    2. απόλυτο, στην αιτιατική
      1. «τίνα τρόπον;» πώς;
      2. «τρόπον τινά» κατά κάποιον τρόπο
      3. «οὐδένα τρόπον», «μηδένα τρόπον» με κανέναν τρόπο
      4. «[λέξη στην γενική] τρόπον» σύμφωνα με τον τρόπο ενός …
      5. (στον πληθυντικό) «κεχώρισται τοὺς τρόπους» με τους τρόπους του
      6. «πάντας τρόπους» με όλους τους τρόπους
    3. (με πρόθεση)
      1. «γυναικὸς ἐν τρόποις» με τους τρόπους, συμπεριφορά μιας γυναίκας, θηλυπρεπώς
      2. «ἐν τρόποις Ἰξίονος» με τους τρόπους του Ιξίονος (μυθικός βασιλιάς)
      3. «ἐς ὄρνιθος τρόποις» όπως μια όρνιθα
      4. «κατὰ πάντα τρόπον» σύμφωνα με κάθε τρόπο
      5. «κατὰ πάντας τρόπους» σύμφωνα με όλους τους τρόπους
      6. «κατὰ τρόπον» αρμοδίως, προσηκόντως
        λατινική: rite
  3. λέγεται για πρόσωπα, τρόπο ζωής, συνήθεια, έθιμο
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 109
    μῶν ἡλιαστά;
    μἀλλὰ θατέρου τρόπου
    Είσαι Ηλιαστής;
    Όχι, αλλά από το άλλο είδος
    1. ο χαρακτήρας, η διάθεση του ανθρώπου
      1. «τρόπου ἡσυχίου» ήσυχης διάθεσης
      2. «οὐ τοὐμοῦ τρόπον» όχι της προτίμησής μου
      3. «πρὸς τοῦ Κύρου τρόπου»
    2. (ομοίως στον πληθυντικό) «τρόποι» συνήθειες
      1. «σκληρὸς τοὺς τρόπους»
      2. «ὑπηρετεῖν τοῖς τρόποις τινός»
  4. (μουσική) ο μουσικός τρόπος, η διάταξη των επιλεγμένων φθόγγων στην οποία κινείται η μελωδία
    παράδειγμα τρόπος Λύδιος
    παράδειγμα ᾠδῆς τρόπος
      περ. 360 κε Ἀλύπιος Ἀλεξανδρεύς, Εἰσαγωγὴ Μουσική, 3
    εἰς τοὺς λεγομένους τρόπους τε καὶ τόνους, ὄντας πεντεκαίδεκα τὸν ἀριθμὸν
    ΣτΕ: Ο Αλύπιος αναφέρεται σε 15 τρόπους → δείτε Αἰόλιος, Δώριος, Λύδιος, Φρύγιος, Ἰώνιος και Ἰάστιος, καθώς και τους παραγώγους τρόπους.
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Ἠθικά, 18. Εἰ πρεσβυτέρῳ πολιτευτέον
    πολλῶν τόνων καὶ τρόπων ὑποκειμένων φωνῆς, οὕς ἁρμονίας οἱ μουσικοὶ καλοῦσι
     συνώνυμα: τόνος, ἁρμονία
    λατινική: modus
  5. λέγεται στην συγγραφή ή ομιλία· τρόπος, ύφος
  6. (στην Ρητορική) τρόποι έκφρασης και ρητορικά σχήματα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

τροπ-

  • ...

τρεπ-  δείτε τρέπω

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

μουσική:

  • για τους δυτικούς εκκλησιαστικούς τρόπους, δείτε το λατινικό modus.
  • για τους βυζαντινούς τρόπους, δείτε την μεσαιωνική σημασία του ἦχος.

Απόγονοι

[επεξεργασία]

τρόπος (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: τρόπος
νέα ελληνικά: τρόπος