τρόπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρόπος τρόποι
γενική τρόπου τρόπων
αιτιατική τρόπο τρόπους
κλητική τρόπε τρόποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρόπος < αρχαία ελληνική τρόπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρόπος αρσενικό

  1. το σύστημα, η μέθοδος, το πώς γίνεται κάτι
  2. (μεταφορικά) φέρσιμο, διαγωγή
  3. οι οχτώ βυζαντινές νότες (διαφέρουν διαστημολογικά απ' τις ευρωπαϊκές νότες)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρόπος < τρέπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρόπος αρσενικό

  1. τρόπος