τρόπος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | τρόπος | οι | τρόποι |
| γενική | του | τρόπου | των | τρόπων |
| αιτιατική | τον | τρόπο | τους | τρόπους |
| κλητική | τρόπε | τρόποι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τρόπος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική τρόπος. Δείτε και τρέπω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtɾo.pos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τρό‐πος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τρόπος αρσενικό
- το σύστημα, η μέθοδος, το πώς γίνεται κάτι
- (μεταφορικά) φέρσιμο, διαγωγή (συνήθως στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη τρόποι
Μα τι τρόπος είναι αυτός! να φέρεσαι πιο ευγενικά!- ※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- (μουσική) οι επιλεγμένοι φθόγγοι (συνήθως επτά) μέσα στο διάστημα μιας οκτάβας[1], με προκαθορισμένη απόσταση διαστημάτων μεταξύ τους, στους οποίους κινείται μία μελωδία
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]τροπ-
- αλλοτροπία
- αλλοτροπικός
- αλλοτροπισμός
- αλοτροπισμός (από το αλς)
- ανατροπέας
- ανατροπή
- αποτροπιασμός
- αποτροπιαστικός
- ατροπίνη
- Άτροπος
- ατροπολόγητος
- ατροποποίητος
- γεωτροπικός
- δυστροπία
- δυστροπώ
- έκτροπα
- εκτροπή
- επίτροπος & συγγενικά
- εντροπία, ντροπή & συγγενικά
- ερωτοτροπία
- ερωτοτροπώ
- ηλιοτρόπιο
- ηλιοτροπισμός
- ιδιοτροπία
- κατατροπώνω
- κατατρόπωση
- μετατροπή
- μετατροπή
- νοοτροπία
- ορθοτροπισμός
- παντοιοτρόπως
- παρατροπικός
- παρεκτροπή
- περιτροπή
- ποικιλοτρόπως
- προτροπή
- ρεοτροπισμός
- σωματοτροπίνη
- τεχνοτροπία
- τοιουτοτρόπως
- τρόπαιο & συγγενικά
- τροπάρι
- τροπάριο
- τροπή
- τρόπιδα
- τροπικός
- τροπικότητα
- τροπισμός
- υδροτροπικός
- υδροτροπισμός
- υποεπιτροπή
- υποτροπή
- υποτροπιάζω & συγγενικά
- ψυχοτρόπος
τροπο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα τροπο- στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά
-τροπος Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -τροπος στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά
τρεπ-
- → δείτε τη λέξη τρέπω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Mode (music) στην αγγλική Βικιπαίδεια
Οι τρόποι, διαχρονικά στη μουσική.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τρόπος (γενικά)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Σημείωση του επιμελητή: Ο όρος και ο ορισμός αφορούν κυρίως τη δυτική μουσική.
Πηγές
[επεξεργασία]- τρόπος - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- τρόπος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τρόπος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | τρόπος | οἱ | τρόποι |
| γενική | τοῦ | τρόπου | τῶν | τρόπων |
| δοτική | τῷ | τρόπῳ | τοῖς | τρόποις |
| αιτιατική | τὸν | τρόπον | τοὺς | τρόπους |
| κλητική ὦ! | τρόπε | τρόποι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τρόπω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | τρόποιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tɾó.pos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τρό‐πος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τρόπος, -ου αρσενικό
- διεύθυνση, τρόπος
- τρόπος, συμπεριφορά, μέθοδος
- με δοτική
- «τρόπῳ τοιῷδε» κατά τέτοιο τρόπο
- «τίνι τρόπῳ;», «ποίῳ τρόπῳ;» με ποιό τρόπο;
- «ἑνί γε τῷ τρόπῳ» με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, κατά κάποιο τρόπο
- «παντὶ τρόπῳ» με κάθε τρόπο, παντοιοτρόπως
- «οὐδενὶ τρόπῳ», «μηδενὶ τρόπῳ» με κανέναν τρόπο, καθόλου
- «τρόποισι ποίοις;» με ποιούς τρόπους;
- «[λέξη στην γενική] τρόποις» με τους τρόπους ενός …
- απόλυτο, στην αιτιατική
- «τίνα τρόπον;» πώς;
- «τρόπον τινά» κατά κάποιον τρόπο
- «οὐδένα τρόπον», «μηδένα τρόπον» με κανέναν τρόπο
- «[λέξη στην γενική] τρόπον» σύμφωνα με τον τρόπο ενός …
- (στον πληθυντικό) «κεχώρισται τοὺς τρόπους» με τους τρόπους του
- «πάντας τρόπους» με όλους τους τρόπους
- (με πρόθεση)
- «γυναικὸς ἐν τρόποις» με τους τρόπους, συμπεριφορά μιας γυναίκας, θηλυπρεπώς
- «ἐν τρόποις Ἰξίονος» με τους τρόπους του Ιξίονος (μυθικός βασιλιάς)
- «ἐς ὄρνιθος τρόποις» όπως μια όρνιθα
- «κατὰ πάντα τρόπον» σύμφωνα με κάθε τρόπο
- «κατὰ πάντας τρόπους» σύμφωνα με όλους τους τρόπους
- «κατὰ τρόπον» αρμοδίως, προσηκόντως
- με δοτική
- λέγεται για πρόσωπα, τρόπο ζωής, συνήθεια, έθιμο
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 109
- μῶν ἡλιαστά;
μἀλλὰ θατέρου τρόπου- Είσαι Ηλιαστής;
Όχι, αλλά από το άλλο είδος
- Είσαι Ηλιαστής;
- μῶν ἡλιαστά;
- ο χαρακτήρας, η διάθεση του ανθρώπου
- «τρόπου ἡσυχίου» ήσυχης διάθεσης
- «οὐ τοὐμοῦ τρόπον» όχι της προτίμησής μου
- «πρὸς τοῦ Κύρου τρόπου»
- (ομοίως στον πληθυντικό) «τρόποι» συνήθειες
- «σκληρὸς τοὺς τρόπους»
- «ὑπηρετεῖν τοῖς τρόποις τινός»
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 109
- (μουσική) ο μουσικός τρόπος, η διάταξη των επιλεγμένων φθόγγων στην οποία κινείται η μελωδία
τρόπος Λύδιος
ᾠδῆς τρόπος- ※ περ. 360 κε ⌘ Ἀλύπιος Ἀλεξανδρεύς, Εἰσαγωγὴ Μουσική, 3
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Ἠθικά, 18. Εἰ πρεσβυτέρῳ πολιτευτέον
- πολλῶν τόνων καὶ τρόπων ὑποκειμένων φωνῆς, οὕς ἁρμονίας οἱ μουσικοὶ καλοῦσι
- ≈ συνώνυμα: τόνος, ἁρμονία
- → λατινική: modus
- λέγεται στην συγγραφή ή ομιλία· τρόπος, ύφος
- (στην Ρητορική) τρόποι έκφρασης και ρητορικά σχήματα
Συγγενικά
[επεξεργασία]τροπ-
- ...
τρεπ- → δείτε τρέπω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]μουσική:
Απόγονοι
[επεξεργασία]τρόπος (αρχαία ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- τρόπος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τρόπος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- Michaelides, Solon (Μιχαηλίδης, Σόλων). The Music of Ancient Greece. An Encyclopaedia. [Η Μουσική της Αρχαίας Ελλάδας.] (στα αγγλικά) Λονδίνο: Faber and Faber, 1978. ISBN: 0 571 10021 X.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Βυζαντινή μουσική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ος (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Μουσική (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα grc (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)