Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρύγος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρύγος οι τρύγοι
      γενική του τρύγου των τρύγων
    αιτιατική τον τρύγο τους τρύγους
     κλητική τρύγε τρύγοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Τρύγος (μελανόμορφο αγγείο 520-550 π.Χ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρύγος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρύγος[1] < αρχαία ελληνική τρύγη (θέρισμα σταφυλιού)[2][3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾi.ɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρύγος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τρύγος αρσενικό

  1. (γενικότερα) η συγκομιδή των σταφυλιών από το αμπέλι
  2. (ειδικότερα) η συλλογή μελιού ή κερύθρας από κυψέλη
  3. (σπάνιο) η συγκομιδή φρούτων γενικά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τρύγος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. τρύγος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. τρύγος -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τρύγος οἱ τρύγοι
      γενική τοῦ τρύγου τῶν τρύγων
      δοτική τῷ τρύγ τοῖς τρύγοις
    αιτιατική τὸν τρύγον τοὺς τρύγους
     κλητική ! τρύγε τρύγοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τρύγω
γεν-δοτ τοῖν  τρύγοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρύγος (ελληνιστική κοινή) < τρύγη, κατά μεταπλασμό σε αρσενικό -ος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾy.ɣos/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρύγος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τρύγος, -ου ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

Συγγενικά

[επεξεργασία]