τρύγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρύγος οι τρύγοι
      γενική του τρύγου των τρύγων
    αιτιατική τον τρύγο τους τρύγους
     κλητική τρύγε τρύγοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρύγος < ελληνιστική τρύγος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρύγος αρσενικό

  1. (γενικότερα) η συγκομιδή των σταφυλιών από το αμπέλι
  2. (ειδικότερα) η συλλογή μελιού ή κερύθρας από κυψέλη
  3. (σπάνιο) η συγκομιδή φρούτων γενικά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • θέρος, τρύγος, πόλεμος: λέγεται όταν απαιτείται μεγάλη και συλλογική προσπάθεια για κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρύγος < τρύγη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρύγος ουδέτερο

  1. τρύγος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]