Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρύω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρῡ́ω < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *truH-p- < πιθανώς πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *terh₁- (τρίβω).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾýː.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρῡ́ω

τρῡ́ω (παθητική φωνή: τρύομαι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]