τσάι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσάι τσάγια
γενική τσαγιού τσαγιών
αιτιατική τσάι τσάγια
κλητική τσάι τσάγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσάι < ρωσική, чай < κινέζικη (chá)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσάι ουδέτερο

  1. (βοτανική) το φυτό Camellia sinensis, το τεϊόδεντρο
  2. τα αποξηραμένα φύλλα του φυτού
  3. το αφέψημα που παρασκευάζεται από το βράσιμο των αποξηραμένων φύλλων του τεϊόδεντρου
    • Εξετάζοντας 57 διαφορετικά ποτά –στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και ροφήματα, τσάγια, βότανα και ανθρακούχα ποτά– οι ερευνητές προχώρησαν στη μέτρηση της επίδρασής τους στη δράση των ενζύμων ADH και ALDH. (*)
    • Οι παλιές συνταγές λοιπόν ξαναγράφτηκαν δίνοντας καινούργια πνοή στη γεύση των τσαγιών και των βοτάνων. (*)
  4. (γενικότερα) κάθε αφέψημα που παρασκευάζεται από αρωματικά φυτά ή βότανα
    • Συγκεκριμένα, κάποια τσάγια βοτάνων φάνηκε να επιβραδύνουν την όλη διαδικασία επιμηκύνοντας τη διάρκεια των δυσάρεστων συμπτωμάτων του hangover. (*)
    • Τα τσάγια, που περιέχουν ιαματικά φυτά, υπήρξαν ανέκαθεν δημοφιλή στη Νότια Κίνα, ως μέθοδος αντιμετώπισης της ζέστης και της υγρασίας. Η ζήτηση για τα σπάνια αυτά τσάγια είναι και σήμερα εύρωστη, με τις πωλήσεις να σημειώνουν αύξηση της τάξης του 20% το χρόνο και κέρδη 90 εκατ. δολαρίων για φέτος. (*)
  5. κοινωνική συνάντηση όπου σερβίρεται τσάι (αφέψημα)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]