τσεύδισμα

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από τσέβδισμα)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσεύδισμα τα τσευδίσματα
      γενική του τσευδίσματος των τσευδισμάτων
    αιτιατική το τσεύδισμα τα τσευδίσματα
     κλητική τσεύδισμα τσευδίσματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσεύδισμα < τσευδός < παραφθορά του ψευδός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσεύδισμα ουδέτερο

  1. η μη καλή άρθρωση, συνήθως η μη τέλεια προφορά του "σίγμα" ή και άλλων συμφώνων


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]