Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσέπωσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τσέπωσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσεπώνω