τσέχικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τσέχικος τσέχικη τσέχικο
γενική τσέχικου τσέχικης τσέχικου
αιτιατική τσέχικο τσέχικη τσέχικο
κλητική τσέχικε τσέχικη τσέχικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τσέχικοι τσέχικες τσέχικα
γενική τσέχικων τσέχικων τσέχικων
αιτιατική τσέχικους τσέχικες τσέχικα
κλητική τσέχικοι τσέχικες τσέχικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσέχικος < τσεχικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τσέχικος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: τσεχικός