τσέχικων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

τσέχικων

  1. τσέχικος, στη γενική του πληθυντικού
  2. τσέχικη, στη γενική του πληθυντικού
  3. τσέχικο, στη γενική του πληθυντικού