Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσίχλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τσίχλα οι τσίχλες
      γενική της τσίχλας των τσιχλών
    αιτιατική την τσίχλα τις τσίχλες
     κλητική τσίχλα τσίχλες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈt͡si.xla/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τσίχλα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
τσίχλα < τσίκλα < (άμεσο δάνειο) αγγλική chicle ή την επωνυμία των Chiclets + α- με [k] > [x] ίσως από παρετυμολογική συσχέτιση με τη σημασία «λεπτός» του τσίχλα2 < ισπανική chicle < νάουατλ tziktli[1]
Τσίχλα στο περιτύλιγμά της.
Κουτί με τσίχλες μάρκας Chiclets.

Ουσιαστικό 1

[επεξεργασία]

τσίχλα θηλυκό

  • προϊόν που αποτελείται από κάποια φυσική ή τεχνητή ρητίνη, περιέχει γλυκαντικές και αρωματικές ουσίες και μπορεί να μασιέται για αρκετό χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  τσίχλες μαστίχας, τσίχλες μέντας, τσίχλες χωρίς ζάχαρη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
τσίχλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσίχλα < ελληνιστική κοινή κίχλα με τσιτακισμό ([ci] > [t͡si])[2]< αρχαία ελληνική κίχλη
Τσίχλα πάνω σε κλαδί.

Ουσιαστικό 2

[επεξεργασία]

τσίχλα θηλυκό

  1. (πτηνό) κοινή ονομασία για διάφορα είδη στρουθιόμορφων πουλιών του γένους Turdus
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος αδύνατος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τσίχλα1 - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. τσίχλα2 - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.