τσαέρα
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τσαέρα < παλαιά γαλλική chaiere, βλέπε και μοντέρνα γαλλική chaire < λατινική cathedra < αρχαία ελληνική καθέδρα (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τσαέρα θηλυκό
- η καρέκλα
Πηγές
[επεξεργασία]- τσαέρα - Γιώργος Β. Γεωργίου, Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi