τσαγανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τσαγανός οι τσαγανοί
      γενική του τσαγανού των τσαγανών
    αιτιατική τον τσαγανό τους τσαγανούς
     κλητική τσαγανέ τσαγανοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσαγανός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

τσαγανός

  1. Εξάρτημα ραπτομηχανής, αλλιώς κερκίδα.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]