τσαγκαράδικο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τσαγκαράδικο < τσαγκάρ(ης) + -άδικο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τσαγκαράδικο ουδέτερο
- το εργαστήριο και μαγαζί του τσαγκάρη
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τσαγκαράδικο