Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσαγκαράδικο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσαγκαράδικο τα τσαγκαράδικα
      γενική του τσαγκαράδικου των τσαγκαράδικων
    αιτιατική το τσαγκαράδικο τα τσαγκαράδικα
     κλητική τσαγκαράδικο τσαγκαράδικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Τρεις τσαγκάρηδες σε τσαγκαράδικο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τσαγκαράδικο < τσαγκάρ(ης) + -άδικο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τσαγκαράδικο ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]