τσακίσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

τσακίσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσακίζω
  2. θα τσακίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τσακίζω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

τσακίσεις θηλυκό

  1. τσάκιση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού