τσακωμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσακωμός τσακωμοί
γενική τσακωμού τσακωμών
αιτιατική τσακωμό τσακωμούς
κλητική τσακωμέ τσακωμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσακωμός < τσακώνομαι + -ωμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσακωμός

  1. Το μάλωμα, ο καβγάς.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]