τσαλαβουτήστε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

τσαλαβουτήστε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσαλαβουτώ