τσαμασίρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική τσαμασίρια
γενική τσαμασιριών
αιτιατική τσαμασίρια
κλητική τσαμασίρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσαμασίρια < τουρκική çamaşır (άπλυτα) < περσική جامه شوی (jāma-shūy)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσαμασίρια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) άπλυτα
  2. (κατ’ επέκταση) (ιδιωματικό) (παρωχημένο) μικροπράγματα, προσωπικά αντικείμενα
    Είναι το ντιβάνι μου στενό / και δε μας χωράει και τους δυο! / Αφού δεν τα κατάφερες, να πας με τα νερά μου, / μάσε τα τσαμασίρια σου και στο καλό, κυρά μου! (Από το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Το ντιβάνι»)