τσαρλατάνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσαρλατάνος τσαρλατάνοι
γενική τσαρλατάνου τσαρλατάνων
αιτιατική τσαρλατάνο τσαρλατάνους
κλητική τσαρλατάνε τσαρλατάνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσαρλατάνος < μεσαιωνική ελληνική τσαρλατάνος < ιταλική ciarlatano / παλαιοϊταλική ciarlatano < ciarlatore (φλύαρος) + cerretano ((κυριολεκτικά) κάτοικος του Cerreto, (κατ’ επέκταση) ψευτογιατρός, κομπογιαννίτης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσαρλατάνος αρσενικό

  1. αυτός που προσποιείται ότι έχει μαγικές ικανότητες ή γνώσεις γύρω από τη θεραπεία ασθενειών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγύρτης, ψευτογιατρός
  2. γιατρός χωρίς επαρκές επιστημονικό υπόβαθρο και κατάρτιση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κομπογιαννίτης
  3. (γενικότερα) απατεώνας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]