τσατάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσατάλι τσατάλια
γενική τσαταλιού τσαταλιών
αιτιατική τσατάλι τσατάλια
κλητική τσατάλι τσατάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσατάλι < τουρκική çatal (=πιρούνι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσατάλι ουδέτερο (λαϊκότροπο) και τσάταλο

  1. διχάλα, φούρκα
  2. διάφορα εργαλεία ή όργανα με διχαλωτό σχήμα: τσιγκέλι, σφεντόνα, τσουγκράνα
  3. ξυλοδαρμός
  4. τιμωρία

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα νεύρα μου τσατάλιακρόσσια): νευρίασα πολύ, μου έσπασε τα νεύρα, με τσάτισε

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]