τσατσά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τσάτσα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσατσά τσατσάδες
γενική τσατσάς τσατσάδων
αιτιατική τσατσά τσατσάδες
κλητική τσατσά τσατσάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. τσατσά < τσάτσα
  2. τσατσά < αγγλική cha-cha < ισπανική chachachá

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

τσατσά θηλυκό

  1. γριά που προΐσταται σε πορνείο ή είναι ιδιοκτήτριά του
    • επικεφαλής και δισχειρίστρια οίκου ανοχής
  2. η προαγωγός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

τσατσά ουδέτερο άκλιτο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]