τσεβρές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσεβρές τσεβρέδες
γενική τσεβρέ τσεβρέδων
αιτιατική τσεβρέ τσεβρέδες
κλητική τσεβρέ τσεβρέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσεβρές < τουρκική çevre

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσεβρές αρσενικό

  1. χρυσοκέντητο και μεταξοκέντητο υφασμάτινο εργόχειρο
  2. κεφαλομάντιλο
    Φροσύν΄, σε κλαίει η άνοιξη, σε κλαίει το καλοκαίρι, / σε κλαίει κι ο Μουχτάρ-πασάς με τον τσεβρέ στο χέρι. (Δημοτικό)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]