τσεκούρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | τσεκούρι | τα | τσεκούρια |
| γενική | του | τσεκουριού | των | τσεκουριών |
| αιτιατική | το | τσεκούρι | τα | τσεκούρια |
| κλητική | τσεκούρι | τσεκούρια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τσεκούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /t͡seˈku.ɾi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τσε‐κού‐ρι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τσεκούρι ουδέτερο
- (εργαλείο) εργαλείο κοπής ξύλου, αποτελούμενο από ξύλινη ή μεταλλική λαβή και βαριά μεταλλική κεφαλή με κοφτερή λεπίδα, που χρησιμοπεύει κυρίως στο κόψιμο ή το πελέκημα δέντρων και ξύλων
- (ιστορία, οπλισμός) πολεμικό όπλο με μορφή παρόμοια με εκείνη του εργαλείου
- (μεταφορικά, προφορικό) δραστική περικοπή ή αυστηρό μέτρο, ιδίως σε δαπάνες, μισθούς κτλ.
Έπεσε τσεκούρι στις συντάξεις.
- (μεταφορικά, προφορικό) πολύ χαμηλή ή απορριπτική βαθμολογία σε εξετάσεις
Φημολογείται ότι με τον νέο καθηγητή θα πέσει τσεκούρι στην φυσική.
- (κατ’ επέκταση) αυστηρός βαθμολογητής
- (αργκό, αθλητισμός) αμυντικός ποδοσφαιριστής που παίζει σκληρά ή αντιαθλητικά και τραυματίζει τους αντιπάλους
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- πέφτει τσεκούρι: επιβάλλονται αυστηρές περικοπές ή απορρίπτονται πολλοί (π.χ. σε εξετάσεις)
- φωτιά και τσεκούρι
- θάβω το τσεκούρι του πολέμου: τερματίζω εχθρότητα
- ξεθάβω το τσεκούρι του πολέμου: αρχίζω εχθρότητα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
τσεκούρι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] 1. εργαλείο κοπής ξύλου
|
3. δραστική περικοπή ή αυστηρό μέτρο
|
|
4. πολύ χαμηλή ή απορριπτική βαθμολογία σε εξετάσεις
|
|
6. αμυντικός ποδοσφαιριστής που παίζει σκληρά ή αντιαθλητικά και τραυματίζει τους αντιπάλους
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τσεκούρι - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- 1 2 τσεκούρι - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
Πηγές
[επεξεργασία]- τσεκούρι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Εργαλεία (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Οπλισμός (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αργκό (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)