τσεκούρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσεκούρι τσεκούρια
γενική τσεκουριού τσεκουριών
αιτιατική τσεκούρι τσεκούρια
κλητική τσεκούρι τσεκούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσεκούρι < μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis < seco (κόβω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sek- (κόβω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tsɛ.ˈku.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσεκούρι ουδέτερο

  1. εργαλείο για το κόψιμο δέντρων ή ξύλων, αποτελούμενο από ξύλινη λαβή και βαριά κεφαλή με κοφτερή άκρη
  2. παλιό πολεμικό όπλο
  3. (μεταφορικά) απορριπτική βαθμολογία σε σχολικό μάθημα και (κατ’ επέκταση) αυστηρός βαθμολογητής
    φημολογείται ότι με το νέο καθηγητή θα πέσει τσεκούρι στη φυσική

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]