τσεμπέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τσεμπέρι τα τσεμπέρια
      γενική του τσεμπεριού των τσεμπεριών
    αιτιατική το τσεμπέρι τα τσεμπέρια
     κλητική τσεμπέρι τσεμπέρια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσεμπέρι < τουρκική çember < περσική چنبر (chambar)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσεμπέρι ουδέτερο

  1. ονομασία που χρησιμοποιείται για μαντήλι το οποίο φοριέται στο κεφάλι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]