τσιβί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιβί τσιβιά
γενική τσιβιού τσιβιών
αιτιατική τσιβί τσιβιά
κλητική τσιβί τσιβιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιβί < από το τουρκικό çivi= ξυλόκαρφο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιβί ουδέτερο

  1. το ξυλόκαρφο που τοποθετείται στην οπή του βαρελιού κρασιού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

συνεκδοχικά[επεξεργασία]

  1. για υποθέσεις ή δουλειές επίπονες και εξουθενωτικές
  2. για υπέρογκους λογαριασμούς
  3. για πληρωμή ενός χρέους για λογαριασμό κάποιου άλλου.