τσιγαρισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τσιγαρισμένος τσιγαρισμένη τσιγαρισμένο
γενική τσιγαρισμένου τσιγαρισμένης τσιγαρισμένου
αιτιατική τσιγαρισμένο τσιγαρισμένη τσιγαρισμένο
κλητική τσιγαρισμένε τσιγαρισμένη τσιγαρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τσιγαρισμένοι τσιγαρισμένες τσιγαρισμένα
γενική τσιγαρισμένων τσιγαρισμένων τσιγαρισμένων
αιτιατική τσιγαρισμένους τσιγαρισμένες τσιγαρισμένα
κλητική τσιγαρισμένοι τσιγαρισμένες τσιγαρισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιγαρισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσιγαρίζω < μεσαιωνική ελληνική τσιγαρίζω < βενετικά cigar / ιταλικά zigare < (ηχομιμητική λέξη)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tsi.ɣa.ɾi.zmε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τσιγαρισμένος αρσενικό, τσιγαρισμένη θηλυκό, τσιγαρισμένο ουδέτερο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]