τσικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσικό < ισπανική chico

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσικό ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, άκλιτο

  1. οι μικρής ηλικίας ποδοσφαιριστές μιας ομάδας, οι οποίοι ανήκουν στο παιδικό και σπανιότερα στο εφηβικό της τμήμα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]