Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσιλημπουρδίσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τσιλημπουρδίσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
  3. θα τσιλημπουρδίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τσιλημπουρδίζω