τσιλημπούρδισε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]τσιλημπούρδισε
- γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
- β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιλημπουρδίζω
τσιλημπούρδισε