Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσιληπουρδώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τσιληπουρδώ <  δείτε τις λέξεις τσιλημπουρδάω και τσιλιμπουρδίζω

τσιληπουρδώ