τσιμεντένιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τσιμεντένιος τσιμεντένια τσιμεντένιο
γενική τσιμεντένιου τσιμεντένιας τσιμεντένιου
αιτιατική τσιμεντένιο τσιμεντένια τσιμεντένιο
κλητική τσιμεντένιε τσιμεντένια τσιμεντένιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τσιμεντένιοι τσιμεντένιες τσιμεντένια
γενική τσιμεντένιων τσιμεντένιων τσιμεντένιων
αιτιατική τσιμεντένιους τσιμεντένιες τσιμεντένια
κλητική τσιμεντένιοι τσιμεντένιες τσιμεντένια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιμεντένιος < τσιμέντο + -ένιος < ιταλική cimento / cemento < λατινική caementum < caedo < πρωτοϊταλικά *kaidō < ινδοευρωπαϊκή *keh₂id- / *kh₂eyd- (κόβω, λαξεύω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tsi.mεn.ˈdε.ɲɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τσιμεντένιος -ια -ιο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]